2015/01/28

Ο Ναός του Αγίου Βρέφους στο Σέμπου





Στις 7 Απριλίου του 1521 ο Μαγγελάνος έφτασε στο Σέμπου και λιγότερο από ένα μήνα αργότερα ο Ράτζα Χουμαμπόν ασπάστηκε τον Καθολικισμό. Ο Πορτογάλος καπετάνιος συμφώνησε να βοηθήσει τον εκχριστιανισμένο μονάρχη και νέο του σύμμαχο ενάντια στον Λάπου-Λάπου, αλλά σκοτώθηκε στη μάχη που ακολούθησε. Σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του Πιγκαφέτα, του Βενετσιάνου γραμματέα της αποστολής, ο Μαγγελάνος πρόφτασε να δει τους στρατιώτες του να υποχωρούν πανικόβλητοι προς τα πλοία, καθώς οι ιθαγενείς του Μακατάν τον πετσόκοβαν με ξίφη και δόρατα. Ο Χουμαμπόν, δίχως χρεία των Ισπανών πλέον, σχεδίασε να τους δηλητηριάσει. Στο τέλος, κι από τους 250 άντρες που κατέφτασαν στις Φιλιππίνες με 5 γαλέρες του Ισπανικού Θρόνου, μόνο ο Πιγκαφέτα κι άλλοι 17 γύρισαν στην Ευρώπη, έχοντας περιπλεύσει την υδρόγειο για πρώτη φορά στην ιστορία.






Στο ημερολόγιό του ο Πιγκαφέτα είχε καταχωρήσει πως τη μέρα που ο Βαλδεράμα – ο ιερέας της αποστολής- βάφτισε το Χουμαμπόν και τη γυναίκα του, τη Χουάνα, ο ίδιος [ο Πιγκαφέτα] δώρισε στο άρτι εκχριστιανισμένο βασιλικό ζεύγος μια εικόνα του Αγίου Βρέφους. Το 1565, μια δεύτερη αποστολή σταλμένη από το Φίλιππο το Δεύτερο έφτασε στο Σέμπου. Οι ιθαγενείς υπέθεσαν πως οι Ισπανοί επέστρεψαν για να γυρέψουν εκδίκηση για το Μαγγελάνο κι επιτέθηκαν. Αλλά οι στρατιώτες του Ντε Λεγκάζπι τους έτρεψαν σε φυγή και στα θρύψαλα μετά τον κανονιοβολισμό του Σέμπου βρέθηκε άθικτο, το αγαλματίδιο του μικρού Χριστού. 





Στον τόπο του θαύματος ο Ουρντανέτα, Αυγουστίνος ιερέας, διάσημος κοσμογράφος και πλοηγός της αποστολής από το Μεξικό, θεμελίωσε την πρώτη εκκλησία στης Φιλιππίνες. Λίγο αργότερα, ο ξύλινος ναός κάηκε, όπως κι ο επόμενος που χτίστηκε στο ίδιο σημείο. Ο σημερινός ναός χτίστηκε το 1735 και παραμένει. Το αγαλματίδιο του Αγίου Βρέφους βρίσκεται σε γυάλινη προθήκη και προσελκύει προσκηνητές κάθε μέρα. Το 1965, ένεκα του εορτασμού των 400 ετών από τον εκχριστιανισμό των Φιλιππίνων, η πρώτη εκκλησία της χώρας αναβαθμίστηκε και μετονομάστηκε σε Ήσσονα Βασιλική του Αγίου Βρέφους. 




Μια μέρα στα τέλη Σεπτέμβρη του 2013 πέρασα ώρες στην παλιά τούτη εκκλησία, φωτογραφίζοντας και παίρνοντας σημειώσεις. Περπάτησα αργά ανάμεσα στα στασίδια, φωτογράφισα τοιχογραφίες κι αγάλματα, θαύμασα το τέμπλο και στήθηκα στην ουρά των προσκηνητών. Όταν έφτασε η σειρά μου μπροστά στο θαυματουργό άγαλμα είδα πως το γυαλί της προθήκης ήταν θαμπό και νοτισμένο από αμέτρητα φιλιά. Έφυγα.




Δυο βδομάδες αργότερα, ένας σεισμός γκρέμισε το κωδωνοστάσι και γέμισε ρωγμές τους τοίχους.



2015/01/12

Η Αρχαία Αγιουτάγια, Ταϋλάνδη


Το βαν κίνησε από το Μνημείο της Νίκης και μια ώρα αργότερα έφτασε στην Αγιούταγια. Κίνητρο γιαυτό το ταξίδι μου ήταν μια εικόνα πολεμιστών που λογχίζουν και τοξεύουν ο ένας τον άλλον πάνω σε ράχες ελεφάντων. Μετά την ισοπέδωση της πόλης από τους Βιρμανούς το δέκατο όγδοο αιώνα, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε για τελευταία φορά.


Κατέβηκα. Αγνόησα τα τουκ-τουκ και τις φωνές και κοίταξα ένα γύρο. Ύστερα, πήρα υπό την προστασία μου τρεις νεαρές γερμανίδες που ταλαντεύονταν σα ζαλισμένα κοτόπουλα και τις έβγαλα απ’ τον ήλιο. Ζήτησα οδηγίες σε ένα φτηνό ξενοδοχείο κι έπειτα βρήκα το τουριστικό γραφείο. Πήραμε χάρτες, ρώτησα αποστάσεις κι αποφάσισα πως το πρέπον ήταν να νοικιάσουμε ποδήλατα.


Τελευταίος στο κονβόι κοιτούσα τα κορίτσια να κάνουν πετάλι στην κάψα και τον ήλιο να χύνεται βίαια στ’άσκεπα ξανθά κεφάλια τους και τα κατάλευκα μπούτια τους. Κυλήσαμε στην οδό Ναρεσούαν μέχρι το αρχαιολογικό πάρκο κι εισήλθαμε από τη μεριά του Γουάτ Μάχα Θατ. Κλειδώσαμε τα ποδήλατα κι αγοράσαμε εισητήρια. Λίγοι οι επισκέπτες το καταμεσήμερο. Τα πρασάτ κι οι βιχάρες είχαν ερειπωθεί κι από τα περισσότερα χτίσματα παρέμεναν λίγα ραγισμένα τούβλα στη βάση. Οι βούδες μέσα στις παλιές γαλλαρίες είχαν αποκεφαλιστεί. Ένα αποκολημένο κεφάλι βρισκόταν σκαλωμένο κι αμετακίνητο στις ρίζες ενός δέντρου, δίπλα στ’απομεινάρια του κεντρικού πρανγκ. Πήρα φωτογραφίες κι άρχισα να μιλάω σα να με πλήρωναν: ιστορίες για τους εισβολείς από τη Μπούρμα, ιστορίες για λατερίτες και ξεραμένα ποτάμια, ιστορίες για ινδικές επιρροές και σιβαϊστικούς πύργους. Οι Γερμανίδες χαμογέλασαν μ’ευγένεια και πήγαν να βρουν καπέλα. Ύστερα πήγαμε για νουντλς σε ένα φτηνό, δίπλα στη διασταύρωση. Η μεγαλύτερη ήταν 23. Μια σπούδαζε νοσοκόμα, μια άλλη εγγλέζικα. Ζούσαν σε μια μικρή πόλη, στα σύνορα με την Αυστρία. Καθώς τις άκουγα σκεφτόμουν τη δική μου χαμένη νεότητα, σα να επρόκειτο για κάποιο χάρτη που σκίστηκε, για κάποιο μυστικό μέρος που δε μπορούσα να ξαναβρώ. 


Γουάτ Ρατζαμπουράνα: ο βασιλικός ναός. Διέσχισα την άστεγη αίθουσα συνελεύσεων. Τα βάθρα παρέμεναν μα τ’αγάλματα έλειπαν. Οι κολώνες που ακόμα στέκονταν μου θύμιζαν μιναρέδες. Έφτασα στη βάση του κεντρικού πύργου κι αντίκρυσα τις σκαλωσιές. Αγνόησα όλες τις πινακίδες, μπήκα και κατέβηκα στα έγκατα του ναού. Στη βάση του κλειστοφοβικού φρεατίου, βαθιά στ’άντερα της υγρής γης, χώθηκα στο μικροσκοπικό κι άδειο δωμάτιο, είδα τις σβησμένες από το χρόνο μπογιές και τις ξεθωριασμένες τοιχογραφίες και ανάσανα βαθιά μούχλα και χώμα. Μόνος, ξανά, στον πάτο της ιστορίας.


Στον ακίνητο αέρα του απομεσήμερου ο καπνός του τσιγάρου δε σηκώνεται. Ξεφτίζει πάνω στο πυρωμένο πεζοδρόμιο και την άσφαλτο. Θυμάμαι να κοιτάζω το φλογισμένο βάθος και να περιμένω τις Γερμανίδες να πληρώσουν τους χυμούς τους. Αλλά μια ώρα μετά βρίσκομαι στο ποτάμι, μέσα σε μια στενή βάρκα που βρωμάει πετρέλαιο και πλευρίζει την όχθη για ν’αποφύγει τ’απόνερα από τα μεγαλύτερα βαπόρια που κουβαλάνε εμπορεύματα.


Θυμάμαι. Η βάρκα έδεσε και κατεβήκαμε στο Γουατ Πανάνγκ Τσoνγκ, μοναστήρι που θεμελιώθηκε πριν γίνει η Αγιούταγια πρωτεύουσα το δέκατο τέταρτο αιώνα. Μέσα στο ναό είδα τον Λουάγκ Πο Το, το μεγαλύτερο αρχαίο βουδικό άγαλμα σε όλο το βασίλειο, έναν επιχρυσωμένο γίγαντα στη στάση του λωτού. Σε παλιότερα χρόνια ο Βούδας ήταν εκτός ναού, έρμαιος στις διαθέσεις του καιρού όπως όριζε η παράδοση. Ήταν ορατός από χιλιόμετρα μακριά. Οι Κινέζοι ναύτες τον λάτρευαν ως προστάτη τους.


Η βάρκα ξανάδεσε. Γουάτ Πουτάι Σαγουάν: η μεγάλη στούπα παραμένει λευκή σαν ελεφαντόδοντο. Στη μαρμάρινη πλατφόρμα που κοιτάζει το ποτάμι, τέσσερεις μπρούτζινοι βασιλιάδες ατενίζουν την αιωνιότητα: Ο Ταξίν, ο Ναρεσούαν, Ο Ραμαθιμπόντι κι ο Εκατόσαροτ. Στον περίβολο βρίσκονται τέντες που σκεπάζουν μαύρα αγάλματα, γκονγκ και καμπάνες. Στο βάθος, λίγοι γκρεμισμένοι βωμοί παραμένουν στο χορταριασμένο κήπο. Ακόμα πιο πίσω, γαλαρίες μ’αγάλματα του Βούδα, ναϊσκοι και στούπες και ένας κατάλευκος πύργος που μου φάνηκε σαν το μεγάλο Ναό της Αυγής στον Τσάο Πράγια.


Τελευταία στάση. Γουάτ Τσαιγουαταναράμ: ερείπια στο ηλιοβασίλεμα. Πύργοι απ’τον καιρό τον Χμερ. Διέτρεξα μανιακές τροχές ανάμεσα στα μνημεία, αλλά ο χρόνος μου είχε σωθεί. Η βάρκα ξεκόλησε απ’την προβλήτα και κύλισε αργά. Τα μάτια μου αχόρταγα αγκάλιασαν τις καλύβες που ήσαν υψωμένες πάνω σε ξύλινους πασάλους, τις ξεδοντιασμένες γριές στις αυλές και τα μπαλκόνια, τα γυμνά παιδιά που παίζαν και τα δορυφορικά πιάτα πάνω στις πρόχειρες στέγες. Ένα αγροτικό φορτηγό περίμενε στην άλλη προκυμαία. Γύρισα στην αφετηρία, χαιρέτησα τα κορίτσια και ίσα που πρόλαβα να πάρω το τελευταίο φορτηγάκι για την πρωτεύουσα.


2015/01/08

Η Βίλλα του Γεράκη, Λομπούρι, Ταϋλάνδη





Στο Λομπούρι πήγα πρωταρχικά για να δω την ερειπωμένη κατοικία ενός Έλληνα τυχοδιώχτη, ο οποίος στα χρόνια της ηγεμονίας του Ναράι κατόρθωσε ν’αποσπάσει τη βασιλική εύνοια και να χρηστεί πρωτοσύμβουλος. Αφού βρήκα φτηνό δωμάτιο κι αμπάρωσα τα παράθυρα ενάντια στις μαϊμούδες, πήρα το δρόμο για το Μπαν Βιτσαγιέν, την παλιά πρεσβευτική κατοικία.


Πρέπει να ήταν δυο ή τρεις τ’απόγεμα στην τροπική υψικάμινο. Σταμάτησα την πορεία μου μπροστά στους πρωτο-Χμερ ινδουιστικούς πύργους του Πρανγκ Καέκ και πήρα φωτογραφίες. Γεμάτος ανυπόμονη λαγνεία τράβηξα βορειοδυτικά προς τον τοιχισμένο περίβολο. Η δίγλωσση κακοσυλλαβισμένη πινακίδα μ’ενημέρωσε στ’αγγλικά και τα ταϋλανδέζικα ότι κατέφτασα στο σπίτι του Κωνσταντίνου Γεράκη. 


Σε κάποια φάση της ζωής του, ο Κωνσταντίνος φραγκοποίησε το επίθετό του και τόκανε Phaulkon, κατά πάσα πιθανότητα πριν την άφιξη της Γαλλικής αντιπροσωπείας από την Αυλή του Λουδοβίκου, προς επισύναψη εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με το βασίλειο του Σιάμ. Χρόνια πριν, ο Γεράκης είχε κάνει ναύτης σε βρετανικά βαπόρια της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, πριν ξεμπαρκάρει στην Ταϋλάνδη και πριν ξεκινήσει την εμπορική και πολιτική σταδιοδρομία του, που τον οδήγησε στην de facto πρωθυπουργία του Σιάμ. Κανείς ξένος πριν το Γεράκη αλλά κι έκτοτε δεν κατόρθωσε κάτι ισοδύναμο σε τούτα τα μέρη.  


 Πλήρωσα εισητήριο στον ημιθανή από ανία γέρο και μπήκα. Ήμουν ο μόνος επισκέπτης στα ερείπια. Ένας κηπουρός πότιζε το μαλακό γρασίδι. Λίγα δέντρα στο βάθος στέκονταν σα χιλιομετρικοί δείχτες. Πήρα βαθιά ανάσα: φραντζιπάνι, η μυρωδιά του οποίου πάντα γεμίζει την καρδιά μου με έντονες λαχτάρες κι ινδοσυκιές, άοσμες αλλά με ρίζες σαν οχυρώσεις και σα φουσκωμένα φίδια. Ο ήλιος τυραννούσε τα τούβλινα χτίσματα. Εκτός από τη βίλλα του Κωνσταντίνου, είδα τους τοίχους ενός μεταγενέστερου καθεδρικού ναού και διάφορες αποθήκες. Τα τούβλα κι οι σοβάδες υποχωρούσαν κάτω από την πίεση του χρόνου. Τα ξεψυχισμένα κόκκινα και άδεια γκρίζα χτίσματα, δίχως σκεπή και με τρύπιους τοίχους, είχαν γίνει καταφύγιο για τα πουλιά και τις σαύρες.


Ο Γεράκης και γω έχουμε βαθιά κι εκλεκτική συγγένεια. Όχι επειδή είμαστε Έλληνες, αλλά επειδή είμαστε μια συγκεκριμμένη φυρά, μια συγκεκριμμένη φάρα, που γυρεύει νέα ζωή και νέα μέρη πέρα από τη θάλασσα. Παίρνουμε γυναίκες από άλλους τόπους, ξεχνάμε τις ρίζες μας κι εγκαταλείπουμε κάθε ελπίδα επιστροφής. Τα επιτεύγματα του Γεράκη, φυσικά, επισκιάζουν μ’εξευτελιστική άνεση ό,τι έχω κάνει κι ό,τι μάλλον θα κάνω στα χρόνια που μου μένουν. Από την άλλη μεριά, είμαι εξίσου σίγουρος ότι κανείς δε θα μου πάρει το κεφάλι σε πραξικόπημα του χρόνου. 


Μετά την ανατροπή του Ναράι, ο Γεράκης έμεινε δίχως προστάτες. Ο νέος ηγεμόνας τον αποκεφάλισε. Ο πρώην ναυτικός ήταν 40 χρονών. Ο επίσημος τίτλος του ήταν Πρώτος Εθνοσύμβουλος ή κάτι παρόμοιο. Ως δημόσιος υπάλληλος απαγορευόταν να έχει ιδιωτικές επιχειρήσεις κι συμφέροντα. Ο Γεράκης αγνόησε τις απαγορεύσεις κι ασχολήθηκε με το εμπόριο. Συνδυάζοντας επιχειρήσεις και τα προνόμια της βασιλικής αυλής, πλούτισε. Νυμφεύτηκε μια ευρασιάτισσα καλονή με ρίζες από Πορτογαλία, Ιαπωνία και Βεγγάλη, που έγινε διάσημη στην Ταϋλάνδη για τις συνταγές και τα γλυκά της. 


Ο Γεράκης στάθηκε τυχερός που γεννήθηκε στην Κεφαλονιά, η οποία βρισκόταν υπό βενετσιάνικη διοίκηση το δέκατο έβδομο αιώνα. Και διπλά τυχερός που το βρετανικό ναυτικό του έδωσε την ευκαιρία να φύγει και να γυρέψει καλύτερη ζωή. 


Διέσχισα τ’άσκεπα κτίρια, έγειρα σε σπασμένους τοίχους και κάθισα στα πέτρινα σκαλιά. Είδα τα περιστέρια να φωλιάζουν στις τσακισμένες αψίδες. Τα δέντρα είχαν ανθίσει και για κάποιο μυστήριο λόγο η ζέστη ήταν υποφερτή. Μπήκα σ’ένα χαμηλό τούβλινο οίκημα, το μοναδικό μ’ακέραιη τη στέγη του. Ακούμπησα στον τοίχο κι εισέπνευσα. Αν μπορούσα να ξεχειλώσω τη στιγμή αυτή και να την κάνω να διαρκέσει χρόνια, θα το κανα. Θα έμενα μετέωρος κι απολιθωμένος ανάμεσα σε τούβλινες προσόψεις και ξεφτισμένο κονίαμα, κυκλωμένος από σαύρες και περιστέρια, φασκιωμένος μ’αρχαίες οσμές δόξας κι εγκατάλειψης. Όλη η γελοία κι άσκοπη προσπάθεια, όλη η αναζήτηση κι όλο το βάσανο κι όλα αυτά που είμαι θα έπαυαν και θα παρέμενα αγυάλιστος καθρέφτης για μια αιωνιότητα, άδειο σκεύος σε σιωπηλή κάμαρα, ξεθωριασμένη ανάμνηση καρφωμένη στα διαλυμένα πατώματα.


Συνήρθα απότομα. Βγήκα και περπάτησα και πάλι στον περίβολο. Πήρα μερικές φωτογραφίες ακόμα. Όλα τα χτίρια είχαν παρακμάσει ομοιόμορφα. Τα δέντρα ερπετόφερναν και πλησίαζαν τους τοίχους. Αποφάσισα να φύγω, δεν είχα τι άλλο να δω. Χαιρέτησα το φύλακα και βγήκα από το Μπαν Βιτσαγιέν. Με βαριά πόδια και ξεραμένα χείλη περπάτησα μέχρι που βρήκα κεντρικό δρόμο.